Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Χριστούγεννα! Αβάσταχτη η μοναξιά της προσμονής

Χριστούγεννα! Αβάσταχτη η μοναξιά της προσμονής

Μεμιάς, προσπάθησε να τινάξει το κορμί της. Η δύναμη του πνεύματος δεν κατέστη δυνατό να κινητοποιήσει τα γερασμένα μέλη της. Οι σκουριασμένες σούστες του κρεβατιού στρίγκλισαν καθώς η γριά ανασηκώθηκε αλαφιασμένη. Ένας αφόρητος πόνος διαπέρασε την σπονδυλική της στήλη, ωχ! μακρόσυρτο ακούστηκε από τα βάθη της ψυχής σκεπάζοντας ακόμα και τον θόρυβο που τάραξε το γερασμένο της ύπνο. Ανασήκωσε το χέρι της και τράβηξε το πλεκτό κουρτινάκι του παραθύρου της. Αναμνήσεις την πλημμύρισαν και αίματα στο χέρι της καθώς το βελονάκι ξέφυγε στο καλησπέρισμα του κύρη της, έφερε το δάκτυλο στο στόμα της, όμως και αυτό ανάμνηση ήταν, χαμογέλασε της άρεσε να θυμάται το πόσο όμορφα κεντήματα και πλεκτά έφτιαχνε στα νιάτα της και το πόσο την επαινούσε ο κύρης της. Έφερε ξανά το χέρι στο παράθυρο και τράβηξε το κουρτινάκι, δεν είχε ακόμα κοπάσει η βροχή και ο βοριάς συνέχιζε να παγώνει τα πάντα. Τι ώρα να ήταν άραγε, όχι και ότι έχει και καμιά ιδιαίτερη σημασία σκέφτηκε. Ανασηκώθηκε και προσπάθησε να ισορροπήσει στο γουβιασμένο κρεβάτι, πήρε το ξυπνητήρι, δώρο του αδελφού της στο πανηγύρι της Τεγέας θυμήθηκε, 5.30. Φωτίστηκε μεμιάς το πρόσωπο της πρέπει να βιαστώ δεν πρέπει να με βρουν στο κρεβάτι. Σηκώθηκε και έριξε πάνω της το παλιό μπουφάν το χάιδεψε για λίγο και το ωχ που ακούστηκε ήταν ακόμα ποιο βαθύ. Της άρεσε να φορά εκείνο το παλιομπουφάν είχε την μυρουδιά του γιου της.
Το παλιό ξύλινο πάτωμα έτριζε καθώς η γριούλα έσερνε τα βήματα της στο μικρό κουζινάκι. Έπιασε ένα κούτσουρο και το ρίξε στη φωτιά, έσβησε και αυτή μονολόγησε, πήρε το καλαμένιο φυσερό έβαλε τη καρβουνιασμένη άκρη του στη φωτιά και φύσηξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Μια φλόγα ξεπήδησε μέσα από τα σταχτοκάρβουνα ίδια με κείνη που άστραψε στα μάτια της καθώς έβλεπε τα κούτσουρα να παίρνουν φωτιά. Γύρισε και έβαλε τη μικρή μασιά στην φωτιά. Έβαλε νερό στο μαυρισμένο μπρίκι, άρωμα καφέ ξεχύθηκε στο δωμάτιο. Σηκώθηκε βρήκε το παλιό της σερβίτσιο, προίκα της ήταν, της άρεσε να κοιτά με τις ώρες την κόμισσα με την ομπρέλα της. Έριξε με προσοχή το καφέ στο φλιτζάνι πολλά βαρύ όπως τόσα χρόνια τον έφτιαχνε στον κύρη της, ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια της βαρύ παράπονο μοναξιάς και απόγνωσης στο αναπάντητο γιατί. Τράβηξε δύο γερές ρουφηξιές και σηκώθηκε από το ξύλινο σκαμνάκι της. Στηρίχτηκε στην πλάτη της ψάθινης καρέκλας, τον παλιάνθρωπο τον γύφτο σκέφτηκε με γέλασε δεν μου έκανε καλή δουλειά, αλλά που θα πάει θα του δείξω εγώ σκέφτηκε με οργή. Άνοιξε το πορτοφόλι της και έριξε στο τραπέζι όσα κέρματα της είχαν απομείνει. Μεμιάς ήχοι χρήματος ακούστηκαν καθώς τα κέρματα χτυπούσαν μεταξύ τους αλλά και στην ξεφτισμένη φορμάικα του τραπεζιού. Γέμισε το τραπέζι διφράγκα και τάλιρα ,τα ταξινόμησε με τρεμάμενα χέρια Έπλυνε παστρικά ότι είχε απομείνει στο νεροχύτη και κάθισε αναστενάζοντας στην ψαθιά. Πήρε στα χέρια της την κόμισσα και άφησε φαντασία ταξιδιάρικη να την οδηγήσει σε γιορτές και πανηγύρια, σε θερισμούς και τρύγους, κόπους και χαρές. Γύρισε λυπημένη και κοίταξε το ρολόι, 8. Ακόμα δεν φάνηκε κανείς. Γύρισε και κοίταξε την πιατέλα στο τραπέζι, δυο μελομακάρονα και δυο κουραμπιέδες και αυτά πεσκέσι της Κώσταινας, αναστέναξε και πάλι, κάποτε έφτιαχνα και έψηνα ολόκληρες φουρνιές. Θυμήθηκε με πόνο τον γιόκα της όταν κάηκε η γλώσσα του από κουραμπιέ ,που κατάπιε μεμιάς, φρέσκοβγαλμένο από τον φούρνο. Κάθε Χριστούγεννα δύο μέρες και δύο νύχτες έκαιγε ο φούρνος από τα γλυκά και τα ψητά. Παιδιά τρέχανε στους μαχαλάδες. Σηκώνονταν νύχτα τέτοια μέρα λαμπρή και χτυπούσαν δυνατά τα τρίγωνα τους φωνάζοντας «να τα πούμε θεια «!!! Έτρεχα τότε με χαρά σκέφτηκε και τράβαγα το ζεμπερέκι από την πόρτα να μπουν τα παιδιά να τραγουδήσουν τα κάλαντα να μπει ο Χριστός και η Παναγιά στο σπίτι μας. Εκτός από το ταλιράκι στο καθένα τους έδινα και από ένα κουραμπιέ. Όλα τα παιδιά περνούσαν να μας πουν τα κάλαντα, όλα μα όλα. Τώρα; Είναι αβάσταχτη η μοναξιά της προσμονής σκέφτηκε. Τα δάκρυα κύλησαν γοργά και πότισαν το παλιομπουφάν.

Δεν υπάρχουν πια παιδιά όμως στο χωριό και η γριά Λενιώ άδικα νοσταλγεί τον ερχομό τους.
Σαν να άκουσε την σκέψη μου, σαν να την αισθάνθηκε. Έγειρε το κεφάλι της λίγο και αποκοιμήθηκε στην προσμονή. Ύπνος βαρύς και ταξιδιάρης, ύπνος βάλσαμο στην σκέψη και στην καρδιά.
Χριστούγεννα και μοναξιά Δεν ζεσταίνεται το κορμί και η καρδιά μονάχη της. Θέλει αγάπη, αγκαλιές και σπίτια ανοικτά. Θέλει πρόσωπα και χαμόγελα φωτισμένα, αστραφτερά, θέλει το άγγιγμα μας στην τυχαία στιγμή να είναι άγγιγμα ψυχής σε όλα, σε όλους.

Να «τα πω» γιαγιά να «τα πω»!
Δυνατά χτυπήματα στην πόρτα και τρίγωνα κάλαντα αντήχησαν στη γειτονιά.
Τινάχτηκε από την καρέκλα και ανοίγοντας την πόρτα έσφιξε στην αγκαλιά της εγγόνια και παιδιά, έσφιξε στην αγκαλιά της όλη την ζωή της, όλο τον κόσμο!
Καλά Χριστούγεννα ……….
Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

Δεν υπάρχουν σχόλια: