Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Νάουσα: Η μελωδία της παρέας

Νάουσα: Η μελωδία της παρέας
http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=390740 
Αφουγκραστείτε τον ζουρνά και αφεθείτε σε αξέχαστες περιπλανήσεις
Νάουσα: Η μελωδία της παρέας
Σκιερ και επισκέπτες στο σαλέ που βρίσκεται στην κορυφή του χιονοδρομικού

1Share
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος
 Εξομολόγηση στην Αράπιτσα
Η ομίχλη που γλιστρά από τις κορυφές γύρω από το επιβλητικό Βέρμιο περνά από το πάρκο του Αγίου Νικολάου, ανάμεσα από τα θεόρατα δένδρα, και ακουμπά στα νερά της Αράπιτσας. Οφειλα να υποβάλω μετάνοια σε αυτή τη ζωηρή αιθέρια ύπαρξη, γιατί κάποτε νόμιζα προς στιγμή ότι η Νέδα είναι το μοναδικό θηλυκό ποτάμι στην Ελλάδα.

Δεν έπρεπε να αγνοήσω την Αράπιτσα, όχι μόνο γιατί είχε μπει στο μυαλό μου από ένα απόσπασμα στο αναγνωστικό του δημοτικού σχολείου, αλλά κυρίως γιατί είναι ένα πραγματικά θηλυκό ποτάμι, με ομορφιά, χάρη και νάζι. Πηγάζει από εδώ, το πάρκο του Αγίου Νικολάου, διασχίζει κυλώντας την πόλη έως κάτω τον κάμπο, δημιουργώντας στη διαδρομή της «τσαλίμια» με τους καταρράκτες της.

Το πάρκο του Αγίου Νικολάου, από τις πιο ειδυλλιακές γειτονιές της πόλης, αλλάζει χαρακτήρα από τη μια ημέρα στην άλλη. Το πρωινό της Καθαρής Δευτέρας οι επισκέπτες έκαναν βόλτα με τους σκύλους τους στο δρομάκια που κάπου-κάπου χρωμάτιζε η φευγαλέα ματιά του ήλιου και τα παιδιά προσκαλούσαν στο ποτάμι και στις λιμνούλες τις πάπιες και τις χήνες για να τις ταΐσουν. Την επομένη όλα είχαν σκεπαστεί από το λευκό πέπλο του χιονιού.





Η ήσυχη ψυχή της πόλης

Οι Γιανίτσαροι και οι Μπούλες, το λαϊκό δρώμενο με τις διονυσιακές καταβολές που συγκλονίζει την πόλη, έπαψαν μετά την πρώτη Κυριακή της Σαρακοστής να κάνουν πατινάδες,να χτυπούν τις πάλες και να χορεύουν στα τρίστρατα με ή χωρίς «πρόσωπο».

Ο πρόσωπος, το ζωνάρι ταράμπουλο, τα βαριά – περίπου 25 κιλά – ασημικά, το γκιουρντάνι, η καρφίτσα, τα ασήμια της φουστανέλας θα μπουν στο πατρογονικό σεντούκι και θα βγουν του χρόνου την Αποκριά. Ο ζουρνάς του Βαγγέλη Ψαθά του νεότερου – που συνοδεύει μπουλούκια από 12 χρόνων – δεν λαλεί τον λυπητερό σκοπό για το «μάσιμο» των Γιανίτσαρων ή την παραλλαγή του Θούριου του Ρήγα που χορεύουν όταν φεύγουν από την πλατεία του Δημαρχείου με το ψηλό ρολόι, αλλά τραγούδια του τελετουργικού της παρέας που κάπου συναντώνται με την πιο δυναμική μουσική των χάλκινων πνευστών, κοινή φωνή όλων των Βαλκανίων.

Μια γλυκιά ηρεμία απλώνεται επάνω από τις παλιές γειτονιές της πόλης, τις μικρές πλατείες με τις βρύσες – με πηγαίο νερό και τάσι για να πίνουν οι επισκέπτες – και τους γύρω λόφους όπου τα πρώτα φυλλαράκια κάνουν την εμφάνισή τους στα γυμνά κλαδιά. Ο χυμός των σταφυλιών, και ειδικά του περίφημου ξινόμαυρου της Νάουσας, αναπαύεται στα βαρέλια για να πάρει δύναμη και να γίνει (όταν σε τρία-πέντε χρόνια ενηλικιωθεί) το κρασί με το σφριγηλό σώμα που δίνει τη γεύση του στην πόλη και ταιριάζει όσο κανένα με τα παραδοσιακά φαγητά της, τη στάμνα,τη μελιτζανόπιτα, τη μάντζα, καθώς και το σκληρό και αλμυρό τυρί μπάτσο.

«Γόρδιος δεσμός» με τον Διόνυσο και τον Αριστοτέλη
Παλαιότεροι κάτοικοι της περιοχής, του απάτητου τον χειμώνα από τα χιόνια Βερμίου, όπως αναφέρει ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος, ήταν οι Βρύγες. Οι Βρύγες,  λαός συγγενικός γλωσσικά με τους Ελληνες, όταν μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία ονομάστηκαν Φρύγες. Ξακουστοί βασιλιάδες των Φρυγών ήταν ο Μίδας και ο Γόρδιος.

Ο Μίδας για τους κήπους με τα ευωδιαστά εξηκοντάφυλλα ρόδα στην περιοχή του Βερμίου, καθώς και για τις φιλικές σχέσεις του με τον θεό του κρασιού και της χαράς, τον Διόνυσο, και ο Γόρδιος για τον περίφημο «γόρδιο δεσμό» που «έλυσε» ο Μέγας Αλέξανδρος όταν εξεστράτευσε στην Ασία. 

Από τους Βρύγες, οι οποίοι για χρόνια έζησαν γειτονικά με τους Μακεδόνες, οι τελευταίοι πήραν αρκετά πολιτιστικά στοιχεία, όπως την αγάπη για τα διονυσιακά γλέντια και τη λατρεία του Ορφέα Οιαγρού. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., σύμφωνα με τον Πλούταρχο, στη Μίεζα διέμειναν ο Μέγας Αλέξανδρος και ο Αριστοτέλης. Ο Φίλιππος Β΄, πατέρας του Αλέξανδρου, επέλεξε το Νυμφαίο της πόλης ως τόπο όπου μακριά από τον θόρυβο της πρωτεύουσας ο Αριστοτέλης θα μπορούσε να ασχοληθεί απερίσπαστα με τη διδασκαλία του Αλέξανδρου. Τα χρόνια της παραμονής των δύο ανδρών στη Μίεζα ήταν σίγουρα η χρυσή εποχή της.

Η επίδραση της διδασκαλίας του Αριστοτέλη στην περιοχή διακρίνεται και στην παράσταση της Κρίσεως του μεγάλου τάφου των Λευκαδίων της Νάουσας.

 

Η ομίχλη που γλιστρά από τις κορυφές γύρω από το Βέρμιο περνά από το πάρκο του Αγίου Νικολάου και ακουμπά στα νερά της Αράπιτσας
Με τον ζουρνά του, ο Βαγγέλης Ψαθάς ο νεότερος συνοδεύει μπουλούκια από 12 ετών
Βρύση με τάσι για τους επισκέπτες
Βόλτα στο πάρκο του Αγίου Νικολάου
Αράπιτσα, ένα πραγματικά θηλυκό ποτάμι, με χάρη, νάζι και ομορφιά
Η λίμνη του Αλιάκμονα
Η Νάουσα όπως φαίνεται από τον δρόμο για τα Τρία-Πέντε Πηγάδια
Τρία-Πέντε Πηγάδια
Στην κορυφή του χιονοδρομικού λειτουργεί το σαλέ, τη θαλπωρή του οποίου αναζητούν οι λιγότερο φανατικοί σκιερ
Κάθε χρόνο οι πίστες γεμίζουν με σκιερ όλων των ηλικιών
Σκιερ στην κορυφή του χιονοδρομικού, έτοιμοι να δοκιμάσουν τις αντοχές τους από τα 2.005 μ.
Το οινοποιείο Δαλαμάρα, στην είσοδο της πόλης, κρατά όλο το άρωμα των καιρών και του ναουσαίικου κρασιού
Ο Γιάννης Δαλαμάρας δημιουργεί, υπό το βλέμμα των παππούδων του, ορισμένα από τα καλύτερα κρασιά της Νάουσας
Η μάντζα (μελιτζάνα, πράσινη πιπεριά, κολοκύθια, μαγειρεμένα σε καυτή κόκκινη σάλτσα) συνοδεύεται εξαιρετικά με το ξινόμαυρο Ναούσης
Η μελιτζανόπιτα είναι χαρακτηριστική της τοπικής κουζίνας
Τσίπουρο Δαλαμάρα
Πληροφοριακές πινακίδες στη Βεργίνα
Ο τάφος του Φιλίππου
Ο τάφος της Κρίσης, στα Λευκάδια
19  φωτογραφίες


Στην κορυφή της Νάουσας
Ο δρόμος για το χιονοδρομικό κέντρο στα Τρία-Πέντε Πηγάδια που ξεκινά από τη Νάουσα (16 χλμ.) είναι η καλύτερη σκοπιά για τις πιο πανοραμικές εικόνες της πόλης. Τα σπίτια με τις κεραμοσκεπές ισορροπούν επάνω στη λοφογραμμή και φθάνουν στο χείλος, στον Αγιο Γεώργιο, από όπου αγναντεύουν τον απέραντο κάμπο της Ημαθίας που εξαπλώνεται σχεδόν ως τη Θεσσαλονίκη. Στα χαμηλά του Βερμίου ο δρόμος ελίσσεται ανάμεσα στα αμπέλια και στους κήπους με τα οπωρικά, προτού χωθεί στο δάσος με τις οξιές. Αυτές συνεχίζουν να ανηφορίζουν – μαζί και το αυτοκίνητο ως τον χώρο στάθμευσης του χιονοδρομικού κέντρου στα 1.430 μέτρα πιο ψηλά από τον Θερμαϊκό – σχεδόν ως την κορυφή στα 2.005 μέτρα.

Στην κορυφή ανεβαίνει εναέριος αναβατήρας με διπλή καρέκλα. Ανηφορίζεις «κοπιαστικά» αλλά σταθερά επάνω από τον διάδρομο που αφήνουν οι οξιές και θαυμάζεις τη λυγερή κορμοστασιά τους καθώς διασταυρώνεσαι με τους δεινούς σκιέρ που δοκιμάζουν τις αντοχές τους στους διαδρόμους εκτός των πεπατημένων...

Φθάνοντας στην κορυφή συναντάς την αποκάλυψη! Ο άμαθος νοιάζεται πρώτα για το πώς θα σηκώσει την ασφάλεια για να κατέβει από τον αναβατήρα – ο οποίος μειώνει ταχύτητα αλλά δεν σταματά τελείως – και μετά μένει άφωνος. Τίποτε δεν εμποδίζει από εδώ επάνω το μάτι να φθάσει ως τη θάλασσα, αν ο καιρός είναι καθαρός. Σίγουρα όμως θα δει απέναντι να υψώνεται το Καϊμακτσαλάν και πίσω του το Σέλι. Πιο πέρα φθάνει ο συρόμενος αναβατήρας, τον οποίο οι παράτολμοι σκιέρ τον αφήνουν και αρχίζουν να κατεβαίνουν με εντυπωσιακό λίκνισμα και μεγάλη ταχύτητα. Κάποιοι άλλοι ανηφορίζουν λίγο ακόμη και χώνονται στη θαλπωρή του σαλέ που λειτουργεί στην κορυφή.

Οι έμπειροι χιονοδρόμοι φθάνουν γρήγορα κάτω και φρενάρουν μπροστά στους ξύλινους πάγκους και στα τραπέζια του υπαίθριου μπαρ, περνώντας κάτω από τις αψίδες των μηχανημάτων της τεχνητής χιόνωσης. Βγάζουν τα χιονοπέδιλα και τα ακουμπούν στα σταντ κτίζοντας έναν πολύχρωμο σωρό. Κατόπιν κάθονται να ξαποστάσουν κοιτάζοντας τους άλλους σκιέρ που κατεβαίνουν ακολουθώντας τις ίδιες κινήσεις.

Κρασί ωσάν της Νάουσας το φέρνουν στο μαντίλι
Είναι μια παλιά ιστορία. «Νάουσα ή Νιάουστα. Κωμόπολις διά τον εξαίρετον οίνον της ακουστή...» έγραφε ο Μελέτιος στη «Γεωγραφία» του. Πιο παλιά, στα βάθη των αιώνων, ήταν διαδεδομένος ο μύθος ότι έζησε στις πλαγιές του Βερμίου η Σεμέλη, η μητέρα του Διονύσου, και εκεί γεννήθηκε ο συνοδός του, ο έξοχος χορευτής Σειληνός. Ο Πουκεβίλ σημείωνε στις Ταξιδιωτικές Εντυπώσεις του από την Ελλάδα, το 1831: «Το κρασί της Νάουσας είναι από τα καλύτερα της Μακεδονίας. Τα σταφύλια από τα οποία παράγεται το κρασί αυτό έχουν γεύση οξινοστυπική, γι΄ αυτό το κρασί της Νάουσας πίνεται και τέσσερα ή πέντε χρόνια μετά τον τρυγητό του...».

Το οινοποιείο Δαλαμάρα, στην είσοδο της πόλης, κρατά όλο το άρωμα των καιρών και του ναουσαίικου κρασιού. Τα μεγάλα δοκάρια που κρατούν την σκεπή του χώρου υποδοχής, όπου υπάρχει το καζάνι του τσίπουρου και τριζοβολά το τζάκι, δεν θα σαπίσουν ποτέ. Κόπηκαν την τρίτη ημέρα της χάσης του φεγγαριού, τότε που τα υγρά του δένδρου λειτουργούν αντίστροφα, και δεν αφήνουν το σκουλήκι να αποθέσει τα αβγά του. Σε αυτή τη βιοδυναμική καλλιέργεια, που η επιστήμη παίρνει σοβαρά υπόψη της τη λαϊκή εμπειρία, ετοιμάζεται να περάσει η έκτη γενιά οινοποιών της οικογένειας Δαλαμάρα. Από παλιά οι άνθρωποι τρυγούσαν ή κλάδευαν ανάλογα με τα φεγγάρια. Η θέση της Γης απέναντι στα άστρα και το φεγγάρι δημιουργεί πεδία, υγρασίες, μαγνητισμούς. Ο οινοποιός συνεργάζεται πιο στενά με τη φύση για να πάρει τον πιο αυθεντικό χυμό της.

Ο Γιάννης Δαλαμάρας μάς διαφωτίζει ότι το παλιό «μαύρο Ναούσης», το σημερινό ξινόμαυρο, δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον κόσμο. Αυτό είναι κυρίως το σταφύλι που πατούν στα είκοσι περίπου μικρά και μεγάλα οινοποιεία της περιοχής – μαζί με ασύρτικο, μαλαγουζιά, ροδίτη, νεγκόσκα, κ.ά. – και βράζουν στα 25 καζάνια του τσίπουρου. Γευσιγνώστες από όλο τον κόσμο που φτάνουν στο οινοποιείο βρίσκουν συγγένεια του ξινόμαυρου με το ιταλικό νεμπιόλο ή το γαλλικό πινό νουάρ, δυναμικά κρασιά της ίδιας οικογένειας, μα στο τέλος καταλήγουν μονολεκτικά: μοναδικό.

Το ξινόμαυρο ωριμάζει έναν χρόνο σε δρύινο βαρέλι – παλιά στη Νάουσα υπήρχαν πέντε οικογένειες βαρελοποιών –, μετά ξαπλώνει στο μπουκάλι άλλον ένα χρόνο και στον τρίτο χρόνο μπορεί να πουληθεί. Είναι όμως ένα κρασί απρόβλεπτο που κάθε χρόνο μπορεί να σε εκπλήσσει με αυτά που βγάζει. Στα τρία, πέντε, οκτώ χρόνια είναι στα ντουζένια του, αλλά μια καλή χρονιά (όπως του 2000, του 2007 και του 2008) μπορεί να σε εκπλήσσει για είκοσι ή και είκοσι πέντε χρόνια.

Ο «Παλιοκαλιάς» του Δαλαμάρα και τα άλλα ξινόμαυρα της Νάουσας – «Ράμνιστα» του Κυρ Γιάννη Μπουτάρη, «Ναουσαία» του Φουντή, «Νάουσα» του συνεταιρισμού Vaeni – ταιριάζουν απόλυτα με την παραδοσιακή τοπική γαστρονομία, τους σαρμάδες (ντολμάδες με λάχανο), τα ντολμαδάκια με αμπελόφυλλα του ξινόμαυρου που είναι πιο κλειστά από τα άλλα, τα μάτζια (μελιτζάνα, πράσινη πιπεριά, κολοκύθια μαγειρεμένα στην καυτή κόκκινη σάλτσα), τη στάμνα (μοσχάρι, χοιρινό και ζυγούρι στη γάστρα και μετά στον φούρνο με μπάτσο, το αλμυρό και σκληρό τυρί της περιοχής), την άρμη με κεφτέδες, το χοιρινό με πράσο, το αρνάκι στον φούρνο και ναουσαίικες πίτες (τυρόπιτες, πρασόπιτες, πρασοκιμόπιτες), τις οποίες έχουν σε μεγάλη υπόληψη, αφού την Πρωτοχρονιά βάζουν το φλουρί σε πίτα με γλυκιά κολοκύθα. Το τσίπουρο εδώ ταιριάζει με τα «γκαβόψαρα», μελιτζάνες ξαρμυρισμένες που τηγανίζονται και μοιάζουν με ψάρια χωρίς κεφάλι.

Οινοποιεία ανοιχτά στους επισκέπτες
Δαλαμάρα, Βασ. Κωνσταντίνου 30, Νάουσα, τηλ. 23320 26054 Κτήμα Χρυσοχόου, Στράντζα, τηλ.23320 45080, Κτήμα Φουντή, Στράντζα, τηλ.23320 48255, Κυρ-Γιάννη, Γιαννακοχώρι, τηλ.23320 51100 Κτήμα Κελεσίδη, Γιαννακοχώρι, τηλ.23320 51066.

ΠΡΟΣΒΑΣΗ
Η Νάουσα απέχει από την Αθήνα 510 χλμ. (πινακίδες προς Βέροια μετά την Κατερίνη), από τη Θεσσαλονίκη 90 χλμ.  και από τη Βέροια 20 χλμ.

ΔΙΑΜΟΝΗ
Στον Αγιο Νικόλαο, στο ξενοδοχείο «Βέρμιο», με την πιο προνομιακή θέση, δίπλα στην Αράπιτσα (τηλ. 23320 29311-4).
Στη Νάουσα, στο ξενοδοχείο (και spa) «Εσπερίδες» (τηλ.23320 20250).
Στον ωραίο boutique ξενώνα «Παλιά Πόλη» (τηλ.23320 52520).
Στο ξενοδοχείο «Χαγιάτι» (τηλ.23320 52120).
Στον δρόμο για τα Τρία-Πέντε Πηγάδια, στον παραδοσιακό ξενώνα «Νιάουστα» (τηλ. 6977412072).
Στο Αρκοχώρι, στον ξενώνα «Βίλα Βαδόλα» (τηλ.23320 23068).

ΦΑΓΗΤΟ
Στον Αγιο Νικόλαο, στις «Τέσσερις Εποχές», για μελιτζανόπιτα, σαρμάδες, μάντζα, λουκάνικο σχάρας, στάμνα, μπάτσο σαγανάκι, μπουγουρντί. Μέσα στη Νάουσα, στα «Οινομαγειρέματα» (Στ.Δραγούμη, κοντά στο πάρκο), για χοιρινό στον φούρνο, μπάτσο τηγανιτό, ντολμαδάκια με σπιτικά αμπελόφυλλα, χανούμισσα (μελιτζάνες με κρέας), στη «Σπονδή» (πλατεία Καρατάσου), για χορτοκεφτέδες, τηγανιά, συκώτι, λουκάνικο σβησμένο με ξινόμαυρο, στη «Φλαμουριά» (στην πλατεία Καρατάσου), για χοιρινό στον φούρνο και «γκαβόψαρα», στην «Αράπιτσα» (στον δρόμο του νοσοκομείου, δίπλα στο ποτάμι), για ζυγούρι στον φούρνο, στο «Παραδοσιακό» (Μεγάλου Αλεξάνδρου). Στον δρόμο για τα Τρία-Πέντε Πηγάδια, στο «Βαγονάκι». Στο Αρκοχώρι, στο «Χάραμα», για αγριογούρουνο με κάστανα, ελάφι,μανιτάρια πανέ, στον «Χαρίλα», για τσίπουρο και μεζέδες.

Στον δρόμο των μακεδόνων βασιλέων
Oταν η Μεγάλη Τούμπα στη Βεργίνα άρχισε να αποκαλύπτει αργά αργά τα μυστικά της, ο Μανόλης Ανδρόνικος οραματιζόταν κάτω από το χώμα και τα συντρίμμια έναν μεγαλόπρεπο μακεδονικό τάφο, βασιλικό ίσως και ασύλητο, διακοσμημένο με μεγάλη ζωγραφική, πιο πλούσια και πιο καλοδιατηρημένη από εκείνη του Τάφου της Κρίσεως των Λευκαδίων.

Βέβαια, τα ευρήματα κάτω από το άλσος της Μεγάλης Τούμπας ξεπέρασαν τη φαντασία του σπουδαίου ανασκαφέα και των συνεργατών του, καθηγητριών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Στέλλας Δρούγου και Χρυσούλας Σαατσόγλου-Παλιαδέλη (ευρωβουλευτής σήμερα), που συνεχίζουν να ανακαλύπτουν νέα ευρήματα στη Βεργίνα. Ωστόσο αυτός ο τάφος και οι άλλοι τρεις (των Ανθεμίων, των Λύσωνος και Καλλικλέους και της Νιάουστας) δίπλα στο χωριό Λευκάδια, στην ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Μίεζας, δίπλα στην Αράπιτσα, στην περιφέρεια της Νάουσας, μπορεί να είναι η αφετηρία μιας διαδρομής στα βήματα των μακεδόνων βασιλέων και της μεγάλης ζωγραφικής που προστάτευσαν και ανέδειξαν.

Ο μεγαλύτερος γνωστός μακεδονικός τάφος, της Κρίσεως, είναι ο μοναδικός με διώροφη πρόσοψη, όπου εναλλάσσονται ο δωρικός (κάτω) και ο ιωνικός ρυθμός (επάνω). Η μοναδική ζωγραφική παράσταση της πρόσοψης εντάσσεται στη σφαίρα των θρησκευτικών δοξασιών των Ελλήνων και παραπέμπει στον πλατωνικό διάλογο του Γοργία. Αποτελείται από τέσσερις αυτόνομους πίνακες που αναπτύσσονται στα μεσοδιαστήματα των δωρικών ημικιόνων. Αριστερά της κεντρικής εισόδου, σε δύο πίνακες εικονίζεται ο νεκρός (εικάζεται ότι ήταν ο μιεζαίος στρατηγός του Μεγάλου Αλεξάνδρου Πευκέστας) που οδηγείται από τον Ερμή Ψυχοπομπό στους Κριτές του Κάτω Κόσμου, τον Αιακό και τον Ραδάμανθυ, οι οποίοι καταλαμβάνουν τους δύο πίνακες δεξιά.

Πιο πριν, πάλι στην όχθη της Αράπιτσας, στο Νυμφαίο της αρχαίας Μίεζας, που τώρα λέγεται Σχολή του Αριστοτέλους, μέσα στην ηρεμία του φυσικού τοπίου, ο μετέπειτα Μέγας Αλέξανδρος μυήθηκε από τον σοφό δάσκαλό του στη φιλοσοφία, στην ποίηση, στις φυσικές επιστήμες και στα μαθηματικά. Αυτή η συνάντηση ήταν καθοριστική για την πορεία της παγκόσμιας ιστορίας και τη φυσιογνωμία του δυτικού πολιτισμού.

Από εδώ ο δρόμος των μακεδόνων βασιλέων κατηφορίζει προς τη Βέροια, βγαίνει στη σύγχρονη Εγνατία οδό προς Θεσσαλονίκη και στρίβει δεξιά ακολουθώντας την πινακίδα προς Βεργίνα, πάνω από τη λίμνη του ποταμού Αλιάκμονα. Ο επισκέπτης στα έγκατα της Μεγάλης Τούμπας αισθάνεται σήμερα τα ίδια ισχυρά συναισθήματα που ένιωσε τότε και ο Μανόλης Ανδρόνικος: «Είναι αδύνατον να γράψω τι ένιωσα όταν φάνηκε το πρώτο παράξενο τοιχάριο· το μόνο που έλεγα και ξανάλεγα ήταν πως πολύ μου αρέσει, πως είμαι περίεργος να δω τι είναι, πως κάτι παράξενο και ενδιαφέρον θα μας δώσει. (...) Κι όμως, “μυρίστηκα” σωστά. Είχαμε βρει την άκρη της πιο απροσδόκητης ανακάλυψης. Πρώτα μπήκαμε στον “μικρό” τάφο. Ηταν συλημένος και είχε χώμα. Ομως στον βόρειο τοίχο φαινόταν καθαρά η εκπληκτική σύνθεση. Ο Πλούτωνας κρατούσε σφιχτά την Κόρη. Το κορμί της γυμνό, τεντωμένο απελπισμένα, είχε μιαν ομορφιά παρθενική, ο ζωγράφος δούλεψε με πάθος και τόλμη. Η χαρά μου ήταν τρομερή, τα χρώματα ήταν γοητευτικά, το σχέδιο συγκλονιστικό. Κι όμως, είπα μονάχα: “Καλό έργο”. Χρειάστηκαν οι κραυγές των συναδέλφων για να με αναγκάσουν να ομολογήσω αυτό που ήξερα από την πρώτη στιγμή, πως είχαμε μπροστά μας ένα αριστούργημα της αρχαίας ελληνικής ζωγραφικής».

Ακόμη και ο τρόπος που εκτίθενται τα εκπληκτικά ευρήματα που έρχονται στο (τεχνητό) φως μέσα από το σκοτάδι – όπως συνέβη στην πραγματικότητα – σε συνδυασμό με τους παρακείμενους τάφους, δεμένα σε αδιατάρακτη ενότητα, σε αφήνει εκστασιασμένο. Η Βεργίνα είναι σίγουρα ένα ακλόνητο επισκεπτήριο της Ιστορίας, αλλά και μια προσωπική ιστορία, από τον εξερευνητή της ως τον πιο ανύποπτο επισκέπτη.

Ο καθένας που μπαίνει από τις δύο εισόδους της Μεγάλης Τούμπας, που μοιάζουν με διάδρομους μακεδονικών τάφων, κουβαλά μαζί του όλη τη σκευή των εμπειριών, των συναισθημάτων και των γνώσεών του, και αναλόγως πορεύεται προς τα φωτεινά σημεία μέσα στο σκοτάδι, προς την επιβλητική πολεμική εξάρτυση του βασιλιά, την ασπίδα, τον θώρακα, τη χρυσή φαρέτρα, το επίχρυσο ξίφος, τη νεκρική κλίνη με τα ελεφαντοστέινα, τόσο διαφωτιστικά κεφαλάκια, τη χρυσή λάρνακα με το εκτυφλωτικό στεφάνι και τα οστά του μεγάλου νεκρού, προς την κλίμακα του τάφου με την τοιχογραφία του κυνηγιού, με πρωταγωνιστές τον Φίλιππο και τον νεαρό Αλέξανδρο, στην πρόσοψή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: